Novo Nordisk Hellas
Στείλτε το με emailΕκτύπωση

Μετεμμηνοπαυσιακό σύνδρομο


Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας της γυναίκας, η έμμηνος ρύση ρυθμίζεται κυρίως από δύο ορμόνες οι οποίες παράγονται στις ωοθήκες, τα οιστρογόνα και την προγεστερόνη. Ωστόσο, καθώς η εμμηνόπαυση πλησιάζει, η παραγωγή οιστρογόνων και προγεστερόνης σταδιακά ελαττώνεται, μέχρι που σχεδόν σταματά. Έτσι, η έμμηνος ρύση αρχίζει να γίνεται ασταθής, τόσο χρονικά όσο και ποσοτικά, μέχρι που τελικά διακόπτεται. Αποτέλεσμα της ελάττωσης των οιστρογόνων είναι και η εμφάνιση των αγγειοκινητικών και ψυχοσωματικών συμπτωμάτων της κλιμακτηρίου περιόδου (βραχυπρόθεσμα), αλλά και η εμφάνιση οστεοπόρωσης και καρδιαγγειακών και άλλων νοσημάτων (μακροπρόθεσμα).

Η εμμηνόπαυση είναι η περίοδος εκείνη στη ζωή μιας γυναίκας που χαρακτηρίζεται από τη φυσιολογική διακοπή της αναπαραγωγικής της ικανότητας. Προηγείται η ασταθής έμμηνος ρύση και τελικά επέρχεται η διακοπή της εμμήνου ρύσης. Συνήθως εμφανίζεται μεταξύ της ηλικίας των 45 με 55 ετών, με μέσο όρο ηλικίας τα 51 έτη. Για το 1/3 των γυναικών περίπου, η μετάβαση στην εμμηνόπαυση είναι ομαλή και περιλαμβάνει μόνο την σταδιακή μείωση και την τελική διακοπή της εμμήνου ρύσης. Ωστόσο, πολλές γυναίκες υποφέρουν από τα συμπτώματα που προκαλεί η ελάττωση στην παραγωγή οιστρογόνων. Τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν εξάψεις, νυχτερινές εφιδρώσεις, μη τακτική αιμορραγία και κηλιδώσεις, ξηρότητα του κόλπου, αίσθημα παλμών, πόνους στις αρθρώσεις και στους μύες, αϋπνία και σε ορισμένες περιπτώσεις νευρικές διαταραχές και κατάθλιψη με συνέπεια την επιβάρυνση της ποιότητας ζωής της γυναίκας.

Εάν οι γυναίκες αυτές δεν λάβουν θεραπεία, τα συμπτώματα αυτά είναι δυνατόν να διαρκέσουν για μήνες ή ακόμη και για χρόνια. Ωστόσο, με την κατάλληλη θεραπεία μπορούν να απομακρυνθούν, έτσι ώστε η γυναίκα να διατηρήσει την καλή φυσική της κατάσταση.

Εκτός από τα εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα, ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα που συνδέεται με την έλλειψη οιστρογόνων μετά την εμμηνόπαυση είναι η οστική απώλεια, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση. Η απώλεια ασβεστίου από τα οστά συνδέεται συνήθως με την έλλειψη οιστρογόνων και συχνά αναγνωρίζεται από τα αποτελέσματα, δηλαδή τα κατάγματα και τη χαρακτηριστική κύφωση που παρουσιάζουν πολλές ηλικιωμένες γυναίκες. Οι στατιστικές δείχνουν ότι το 35-45% των γυναικών ηλικίας άνω των 65 ετών, θα υποστούν ένα οστεοπορωτικό κάταγμα συνοδευόμενο από πόνο και ανικανότητα. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός, ότι μία σε κάθε έξι γυναίκες ηλικίας άνω των 45, που εισάγεται στο νοσοκομείο με κάταγμα ισχίου θα καταλήξει από επιπλοκές του κατάγματος.

Εκτός από τους γνωστούς παράγοντες κινδύνου (μεταξύ αυτών το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και η κακή διατροφή), υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στον αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης, συμπεριλαμβανομένης της πρώιμης εμμηνόπαυσης (πριν την ηλικία των 40), του χαμηλού σωματικού βάρους, του θετικού οικογενειακού ιστορικού και της καθιστικής ζωής.

Ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της οστεοπόρωσης είναι η πρόληψή της. Ο συνδυασμός σωστής διατροφής και άσκησης μπορεί να προλάβει αποτελεσματικά την οστεοπόρωση. Όταν η οστεοπόρωση είναι εγκατεστημένη, οι συνέπειές της μπορούν να εμποδιστούν, έτσι ώστε η γυναίκα να έχει απώλεια οστικής μάζας μόνο με τον προεμμηνοπαυσιακό ρυθμό και όχι με τον αυξημένο μετεμμηνοπαυσιακό ρυθμό.